- καταχρηστικός
- -ή, -όεπίρρ. -ά1. αυτός που γίνεται ή λέγεται με παράβαση του κανόνα ή με υπέρβαση του ορθού: Η παρουσία των δύο αυτών ατόμων ήταν καταχρηστική.2. στη γραμματική, καταχρηστικές λέγονται ορισμένες προθέσεις, όπως μέχρι, χωρίς, άνευ κ.ά., που δεν απαντούν στη σύνθεση και ξεχωρίζουν από τις κύριες.3. στα μαθηματικά, καταχρηστικό λέγεται το κλάσμα του οποίου ο αριθμητής είναι μεγαλύτερος του παρονομαστή.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.