καταχρηστικός

καταχρηστικός
-ή, -ό
επίρρ.
1. αυτός που γίνεται ή λέγεται με παράβαση του κανόνα ή με υπέρβαση του ορθού: Η παρουσία των δύο αυτών ατόμων ήταν καταχρηστική.
2. στη γραμματική, καταχρηστικές λέγονται ορισμένες προθέσεις, όπως μέχρι, χωρίς, άνευ κ.ά., που δεν απαντούν στη σύνθεση και ξεχωρίζουν από τις κύριες.
3. στα μαθηματικά, καταχρηστικό λέγεται το κλάσμα του οποίου ο αριθμητής είναι μεγαλύτερος του παρονομαστή.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • καταχρηστικός — misused masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταχρηστικός — ή, ό (Α καταχρηστικός, ή, όν) [καταχρώμαι] 1. αυτός που κάνει κατάχρηση 2. (για λέξεις ή φράσεις) αυτός που λέγεται ή γίνεται κατά παράβαση τού κανόνα ή με υπέρβαση τού αυστηρά ορθού, κακώς εφαρμοζόμενος ή χρησιμοποιούμενος 3. φρ. α)… …   Dictionary of Greek

  • καταχρηστικώτερον — καταχρηστικός misused adverbial comp καταχρηστικός misused masc acc comp sg καταχρηστικός misused neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταχρηστικόν — καταχρηστικός misused masc acc sg καταχρηστικός misused neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταχρηστικαί — καταχρηστικός misused fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταχρηστικοῖς — καταχρηστικός misused masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταχρηστικοῦ — καταχρηστικός misused masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταχρηστικωτέρως — καταχρηστικός misused masc acc comp pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταχρηστικῆς — καταχρηστικός misused fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταχρηστικῇ — καταχρηστικός misused fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”